Offcanvas
Offcanvas
Οι τιμές λιπασμάτων και καυσίμων εκτοξεύονται, ενώ η πολιτική αντίδραση της Ευρώπης παραμένει υποτονική - Το πραγματικό κύμα ακρίβειας για τους καταναλωτές αναμένεται να φανεί με τη σοδειά της επόμενης χρονιάς
Περισσότερους από δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, οι περισσότεροι καταναλωτές στην Ευρώπη δεν έχουν ακόμη δει ουσιαστικές αυξήσεις τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Η Carrefour επιμένει ότι οι τιμές της παραμένουν σταθερές, ενώ η γερμανική αλυσίδα discount Aldi δηλώνει το ίδιο. Όμως η σταθερότητα αυτή δεν αναμένεται να διαρκέσει, επισημαίνει το Politico.
Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο μεταφέρεται στην τιμή μιας μπαγκέτας μέσα από μια αργή αλλά αδυσώπητη αλυσίδα: το φυσικό αέριο μετατρέπεται σε λίπασμα, το λίπασμα τροφοδοτεί τις καλλιέργειες και οι καλλιέργειες γίνονται τρόφιμα. Κάθε στάδιο χρειάζεται εβδομάδες, ενώ ολόκληρος ο κύκλος μπορεί να διαρκέσει μήνες.
«Τα περισσότερα τρόφιμα που βρίσκονται σήμερα στα ράφια των σούπερ μάρκετ παράχθηκαν με πρώτες ύλες και εισροές, που είχαν αγοραστεί ή συμφωνηθεί πριν ξεσπάσει πλήρως η κρίση», εξηγεί ο Ντέιβιντ Λαμπόρντ, επικεφαλής του τμήματος Αγροδιατροφικής Οικονομίας του Food and Agriculture Organization (FAO). «Η σημερινή σταθερότητα αντικατοπτρίζει κυρίως τη χρονική υστέρηση και όχι κάποια πραγματική ανοσία», σημειώνει.
Η Ευρώπη παράγει δικά της αζωτούχα λιπάσματα, αλλά τα κατασκευάζει χρησιμοποιώντας εισαγόμενο φυσικό αέριο. Όταν οι αναταράξεις στον Κόλπο ωθούν το αέριο υψηλότερα, ακριβαίνουν αυτόματα και τα ευρωπαϊκά λιπάσματα. Από τη στιγμή που η ιρανική απάντηση στα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα οδήγησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί κατά 59%, ενώ ορισμένα λιπάσματα καταγράφουν άνοδο έως και 50%.
Στη Γερμανία, η ουρία — το πιο διαδεδομένο λίπασμα διεθνώς — πωλείται πλέον περίπου στα 550 ευρώ ανά μετρικό τόνο, από περίπου 370 ευρώ πριν από τον πόλεμο. Οι καταναλωτές θα αισθανθούν πρώτα το αυξημένο κόστος καυσίμων, πιθανότατα προς το τέλος του καλοκαιριού. Το πλήγμα από τα λιπάσματα θα ακολουθήσει αργότερα.
Η άνοιξη έχει ήδη «κλειδώσει», το φθινόπωρο όμως όχι
Για τη φετινή ανοιξιάτικη καλλιεργητική περίοδο, οι Ευρωπαίοι αγρότες στάθηκαν τυχεροί. Οι περισσότεροι είχαν ήδη προμηθευτεί λιπάσματα πριν ξεσπάσει ο πόλεμος και αξιωματούχοι της Κομισιόν εκτιμούν ότι οι ανάγκες αυτής της σεζόν είναι «σε μεγάλο βαθμό εξασφαλισμένες». Η τύχη αυτή όμως εξαντλείται γρήγορα, σημειώνει το Politico.
Οι παραγωγοί προχωρούν τώρα στις παραγγελίες για τις φθινοπωρινές σπορές και η εξίσωση πλέον δεν βγαίνει. Η τιμή του σιταριού παραμένει περίπου στα ίδια επίπεδα με πριν από τον πόλεμο, την ώρα που το κόστος των λιπασμάτων έχει εκτοξευθεί.
Κάποιοι αγρότες περιορίζουν τη χρήση αζώτου. Άλλοι στρέφονται σε καλλιέργειες που απαιτούν λιγότερα λιπάσματα. Και οι δύο επιλογές οδηγούν σε μικρότερες σοδειές το 2027 — τη χρονιά που οι καταναλωτές θα αρχίσουν να νιώθουν ουσιαστικά τις συνέπειες του πολέμου. Σε ορισμένες χώρες, μάλιστα, δεν υπήρξε καν το «μαξιλάρι» της άνοιξης.
Η Ιρλανδία διαθέτει ελάχιστη εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων και το 90% των γεωργικών εκτάσεών της αποτελείται από βοσκοτόπια που χρειάζονται άζωτο καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς.
Σύμφωνα με τον Νόελ Μπάνβιλ της Irish Farmers’ Association, οι περισσότεροι Ιρλανδοί αγρότες ξεκινούν τις αγορές λιπασμάτων τον Φεβρουάριο και συνεχίζουν έως τον Σεπτέμβριο. Δεν είχαν κάνει προαγορές και πλέον υπογράφουν συμβόλαια στις τιμές του πολέμου.
Στη Σουηδία, η εθνική αγροτική ομοσπονδία υπολογίζει ότι ο πόλεμος έχει ήδη κοστίσει στα μέλη της περίπου 160 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 12% των κερδών τους. «Οι αγρότες που έχουν αποθέματα μπορούν να συνεχίσουν κανονικά», δηλώνει η Ίνγκριντ Ρίντμπεργκ από την αγροτική οργάνωση LRF.
Όσοι όμως δεν διαθέτουν αποθέματα θα χρησιμοποιήσουν λιγότερο λίπασμα, θα έχουν χαμηλότερες αποδόσεις και τελικά θα μετακυλίσουν το κόστος στους καταναλωτές.
Κρίσιμο δεκαήμερο στις Βρυξέλλες
Στις Βρυξέλλες, η Κομισιόν προσπαθεί να διαχειριστεί τις συνέπειες της κρίσης, χαλαρώνοντας τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων και λαμβάνοντας μέτρα για την ενεργειακή πίεση.
Το ζήτημα των λιπασμάτων, ωστόσο, αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο. Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων χτίζεται εδώ και δεκαετίες. Το σχέδιο δράσης για τα λιπάσματα που θα παρουσιάσει στις 19 Μαΐου ο Ευρωπαίος επίτροπος Γεωργίας, Κριστόφ Χάνσεν, είχε αρχίσει να καταρτίζεται πολύ πριν από τον πόλεμο.
Το σχέδιο στηρίζεται σε τέσσερις πυλώνες: μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, ανάπτυξη λύσεων χαμηλών εκπομπών άνθρακα και περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων από τους αγρότες.
Το πρόβλημα είναι ότι καμία από αυτές τις λύσεις δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στον χρονικό ορίζοντα των αποφάσεων για τις καλλιέργειες του 2027. Η κατασκευή ενός εργοστασίου λιπασμάτων απαιτεί τρία έως τέσσερα χρόνια, ενώ η παραγωγή της ΕΕ παραμένει ήδη κατά 19% χαμηλότερη σε σχέση με το 2019.
Την κατάσταση περιπλέκει ακόμη περισσότερο ο ευρωπαϊκός μηχανισμός συνοριακού φόρου άνθρακα, γνωστός ως CBAM, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου και επιβαρύνει τις εισαγωγές λιπασμάτων από χώρες με χαμηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα. Μέσα σε ένα περιβάλλον πολεμικής κρίσης και εκρηκτικών τιμών ενέργειας, το μέτρο καθιστά τα λιπάσματα ακόμη ακριβότερα τη στιγμή που οι αγρότες τα χρειάζονται περισσότερο.
Η Ιταλία και η Γαλλία ζητούν την προσωρινή αναστολή του CBAM, ενώ η Πολωνία και η Γερμανία — όπου βρίσκονται τα μεγαλύτερα εργοστάσια αζωτούχων λιπασμάτων της Ευρώπης — επιμένουν στη διατήρησή του.
Η ίδια στιγμή, η Κομισιόν εμφανίζεται διχασμένη. Σύμφωνα με πηγές του Politico, παλαιότερες εκδοχές του σχεδίου της 19ης Μαΐου περιλάμβαναν ελαφρύνσεις στο CBAM, όμως οι τελευταίες εκδοχές τις έχουν αφαιρέσει. «Όταν τελειώσει η κρίση στη Μέση Ανατολή, το κόστος του CBAM θα παραμείνει», προειδοποιεί ο Ζαν-Μπατίστ Μπουσέ της Copa-Cogeca.
Ανησυχητική η εικόνα σε παγκόσμιο επίπεδο
Στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου οι αεροπορικές επιδρομές πυροδότησαν την ιρανική αντίδραση που έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ, δημοσιεύει συνεχώς αναρτήσεις για τα «μονοπώλια στα λιπάσματα», ενώ παράλληλα κινητοποιεί το αμερικανικό ναυτικό. Οι Αμερικανοί αγρότες, που αγοράζουν λιπάσματα πιο κοντά στην περίοδο φύτευσης και διαθέτουν μικρότερα περιθώρια αποθεματοποίησης, βιώνουν ήδη τις πιέσεις που η Ευρώπη αναμένει να δει το επόμενο έτος. Περίπου το 70% δηλώνει ότι δεν μπορεί να αγοράσει τις ποσότητες λιπασμάτων που χρειάζεται φέτος, σύμφωνα με την American Farm Bureau Federation. Το αμερικανικό υπουργείο Γεωργίας προβλέπει τη μικρότερη σοδειά σιταριού από το 1919.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική.
Η Βραζιλία κινδυνεύει να αντιμετωπίσει έλλειψη φωσφορικών λιπασμάτων έως και τριών εκατομμυρίων μετρικών τόνων πριν από τη φύτευση σόγιας τον Σεπτέμβριο. Η Αιθιοπία, που μεταφέρει το 90% των αζωτούχων λιπασμάτων της μέσω Τζιμπουτί από τον Κόλπο, δεν διαθέτει εναλλακτικές λύσεις.
Την ίδια στιγμή, οι μετεωρολόγοι εκτιμούν πλέον πάνω από 90% πιθανότητα ισχυρού φαινομένου Ελ Νίνιο, το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει ακραία καιρικά φαινόμενα στις ίδιες περιοχές που ήδη πλήττονται περισσότερο.
Το World Food Programme προειδοποιεί ότι ακόμη 45 εκατομμύρια άνθρωποι μπορεί να οδηγηθούν σε οξεία επισιτιστική ανασφάλεια αν ο πόλεμος συνεχιστεί μετά τα μέσα της χρονιάς.
«Δεν πρόκειται για ένα σοκ όπως εκείνο της Ουκρανίας», δηλώνει ο Άλβαρο Λάριο, πρόεδρος του International Fund for Agricultural Development. «Εκείνο ήταν άμεσο. Αυτό είναι πιο αργό, αλλά γνωρίζουμε ότι έρχεται».
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο από την Κίνα. Το Πεκίνο ανέστειλε έως τον Αύγουστο τις εξαγωγές φωσφορικών λιπασμάτων, περιόρισε τα μείγματα αζώτου-καλίου τον Μάρτιο και ανακοίνωσε διακοπή των εξαγωγών θειικού οξέος από τον Μάιο.
Κατά τον Λάριο, οι περιορισμοί στις εξαγωγές αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο που απομένει στο σύστημα — τη στιγμή που ένα σοκ τιμών μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική έλλειψη.
Το βασικό του επιχείρημα όμως είναι άλλο: ότι αυτές οι κρίσεις επανέρχονται κάθε οκτώ έως δέκα χρόνια εδώ και μισό αιώνα και οι διαρθρωτικές λύσεις που υπόσχονται οι κυβερνήσεις μετά από κάθε κρίση σχεδόν ποτέ δεν υλοποιούνται.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο για τα λιπάσματα, που θα παρουσιαστεί στις 19 Μαΐου, θα αποτελέσει είτε την απάντηση της Ευρώπης σε αυτή την κριτική είτε ακόμη μία αναβολή της. Μέχρι τότε, οι πρώτες υποχρεώσεις του CBAM θα αρχίσουν να εφαρμόζονται από την 1η Φεβρουαρίου 2027 και οι επόμενες καλλιέργειες θα έχουν ήδη φυτευτεί.
Και μέχρι εκείνο το σημείο, οι τιμές στα ράφια της Carrefour και της Aldi πιθανότατα δεν θα είναι πια ίδιες.
Πηγή: newmoney.gr