Offcanvas
Offcanvas
Κύπρος
Αιχμές κατά ΜΟΚΑΣ από το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία» – «Δεν ήταν ακριβής απεικόνιση των ενοχοποιητικών στοιχείων»
16-06-2026
Η Αρχή κατά της Διαφθοράς επανεξετάζει τον χειρισμό των καταγγελιών του OCCRP για το δικηγορικό γραφείο που έφερε το όνομα του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και καταγράφει σοβαρές παραλείψεις στη διερεύνηση της υπόθεσης
Τον Αύγουστο του 2019, το Organized Crime and Corruption Reporting Project (OCCRP) δημοσίευσε το ρεπορτάζ με τίτλο «Bank Records Link President of Cyprus to Troika Laundromat», στο οποίο υποστηριζόταν ότι το δικηγορικό γραφείο που έφερε το όνομα του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη παρείχε υπηρεσίες σε εταιρείες που συνδέονταν με τη λεγόμενη «Troika Laundromat», ένα δίκτυο μέσω του οποίου διακινήθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια μέσω υπεράκτιων εταιρειών και σύνθετων χρηματοοικονομικών δομών.
Τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέρριψε τους ισχυρισμούς, δηλώνοντας δημόσια ότι από το 1997 ήταν «σιωπηλός μέτοχος» του γραφείου και δεν είχε ανάμιξη στις δραστηριότητές του, ενώ ταυτόχρονα κάλεσε τη ΜΟΚΑΣ να διερευνήσει τις καταγγελίες.
Έξι χρόνια αργότερα, η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, εξετάζοντας την υπόθεση στο πλαίσιο της έρευνας για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη, καταλήγει σε μια σειρά από διαπιστώσεις που αμφισβητούν τόσο τον τρόπο διερεύνησης της υπόθεσης όσο και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η ΜΟΚΑΣ.
Η διαφωνία για τον ρόλο του Αναστασιάδη στο δικηγορικό γραφείο
Στο πόρισμα γίνεται εκτενής αναφορά στις δημόσιες τοποθετήσεις του τέως Προέδρου αναφορικά με τη σχέση του με το δικηγορικό γραφείο.
Ωστόσο, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν ότι από το σύνολο της μαρτυρίας και των εγγράφων που εξέτασαν προκύπτει διαφορετική εικόνα.
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «αποδεικτικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι μέχρι την παραίτησή του ως γενικού συνεταίρου στις 26/02/2013, διατηρούσε ενεργό ρόλο στο δικηγορικό γραφείο και τη γενική εποπτεία των δραστηριοτήτων αυτού».
Η αναφορά αυτή καταγράφεται ως μία από τις βασικές διαπιστώσεις της Αρχής, καθώς έρχεται σε αντίθεση με τη δημόσια θέση ότι ο Νίκος Αναστασιάδης είχε αποστασιοποιηθεί από τις δραστηριότητες του γραφείου ήδη από το 1997.
Η ΜΟΚΑΣ είχε ήδη ενημερωθεί
Σημαντικό μέρος της ανάλυσης αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν της δημόσιας παρέμβασης του τότε Προέδρου.
Σύμφωνα με την Αρχή, η ΜΟΚΑΣ είχε ήδη λάβει πληροφορίες και παραπομπή από ελεγκτικό οίκο σχετικά με τις επίμαχες συναλλαγές που βρίσκονταν στο επίκεντρο του δημοσιεύματος του OCCRP.
Παρά ταύτα, όπως αναφέρεται στο πόρισμα, η ΜΟΚΑΣ «δεν προέβη σε καμία ενέργεια μέχρις ότου ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Αναστασιάδης, δημοσίως ζητούσε διερεύνηση».
Η Αρχή σημειώνει ότι η παραπομπή είχε περιέλθει στη ΜΟΚΑΣ οκτώ ημέρες πριν από τη δημόσια έκκληση του τότε Προέδρου για διερεύνηση της υπόθεσης.
Η παρέμβαση που θεωρεί προβληματική η Αρχή
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αφιερώνουν σημαντικό μέρος της ανάλυσής τους στη δημόσια παρέμβαση του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με το πόρισμα, η δημόσια έκκληση για διερεύνηση μίας υπόθεσης που αφορούσε άμεσα το δικηγορικό γραφείο που έφερε το όνομά του και ζητήματα που επηρέαζαν τη δημόσια εικόνα του, δημιουργεί σοβαρά θεσμικά ζητήματα.
Η Αρχή αναφέρει ότι, «Η χρήση του προεδρικού αξιώματος προς επηρεασμό ζητήματος που άπτεται άμεσα των προσωπικών συμφερόντων του ιδίου ή και του δικηγορικού γραφείου που έφερε το όνομά του εγείρει σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση, ακατάλληλη χρήση πολιτικής/εκτελεστικής επιρροής και κατάχρηση εξουσίας».
Σε άλλο σημείο του πορίσματος καταγράφεται ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση «δύναται να συνιστά υποκίνηση και χρήση της κρατικής Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών για την προστασία της δημόσιας εικόνας του».
«Αρκέστηκε στην αποδοχή των εξηγήσεων»
Η πιο εκτεταμένη κριτική αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ΜΟΚΑΣ χειρίστηκε την έρευνα.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης αναφέρουν ότι η ΜΟΚΑΣ «αρκέστηκε στην αποδοχή των δοθεισών εξηγήσεων, χωρίς να προβεί στην αναγκαία ανεξάρτητη διερεύνηση και επαλήθευσή τους».
Παράλληλα, σημειώνουν ότι δεν εξασφαλίστηκε επαρκής τεκμηρίωση για τον εντοπισμό της πραγματικής προέλευσης και του τελικού προορισμού των κεφαλαίων που εξετάζονταν.
Κατά την αξιολόγηση της Αρχής, ενώ υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία και πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω ανακριτικές ενέργειες, αυτά δεν αξιοποιήθηκαν στον βαθμό που δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.
«Ενοχοποιητικά στοιχεία που δικαιολογούσαν περαιτέρω ποινική έρευνα»
Η Αρχή αναφέρει ότι, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν «ενοχοποιητικά στοιχεία που δικαιολογούσαν περαιτέρω ποινική έρευνα», η ΜΟΚΑΣ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προέκυπτε εγκληματική συμπεριφορά.
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης θεωρούν ότι η προσέγγιση αυτή δεν συνάδει με το περιεχόμενο του υλικού που είχε συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της διερεύνησης.
Μάλιστα, επισημαίνουν ότι αρκετά από τα στοιχεία που βρίσκονταν ενώπιον των ερευνητών δεν εξετάστηκαν με τρόπο που να επιτρέπει την πλήρη αξιολόγηση των κινδύνων για πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
«Κραυγαλέες ενδείξεις για ξέπλυμα»
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα χαρακτηριστικά των συναλλαγών που εξετάζονταν.
Η Αρχή σημειώνει ότι η υπόθεση περιλάμβανε σειρά στοιχείων που συνιστούσαν, κατά την αξιολόγησή της, «κραυγαλέες ενδείξεις για ξέπλυμα παράνομου χρήματος».
Μεταξύ άλλων αναφέρονται, εταιρείες-κέλυφος εγγεγραμμένες στην Καραϊβική, διακίνηση περίπου 220 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ μέσω χωρών υψηλού κινδύνου, πολύπλοκες ενδοεταιρικές χρηματοδοτήσεις, μετακινήσεις κεφαλαίων μέσω εισφορών μετοχικού κεφαλαίου και δανείων, δανειακές διευθετήσεις με μηδενικό επιτόκιο, δομές που, σύμφωνα με την Αρχή, «δύναται να αποτελούν μηχανισμούς ικανούς να συσκοτίσουν παράνομες συναλλαγές».
Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης σημειώνουν ότι τα στοιχεία αυτά δικαιολογούσαν, κατά την άποψή τους, πολύ βαθύτερη και πιο εντατική διερεύνηση.
«Δεν ήταν ακριβής απεικόνιση των ενοχοποιητικών στοιχείων»
Το πιο βαρύ ίσως συμπέρασμα της ενότητας αφορά το τελικό πόρισμα που εκδόθηκε από τη ΜΟΚΑΣ μετά την ολοκλήρωση της έρευνάς της.
Σύμφωνα με τους Λειτουργούς Επιθεώρησης, «Το Πόρισμα που εκδόθηκε από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ δεν ήταν ακριβής απεικόνιση των ενοχοποιητικών στοιχείων που είχαν συλλεχθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας σχετικά με τις κατηγορίες του OCCRP».
Η Αρχή προσθέτει ότι οι διαπιστώσεις αυτές «καταδεικνύουν πλημμελή διεξαγωγή έρευνας» και «συνιστούν στοιχεία δυνάμενα να θεμελιώσουν αμφιβολίες ως προς την πληρότητα, την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της διερευνητικής διαδικασίας».
Οι καταλήξεις της Αρχής
Με βάση τα ευρήματα της ενότητας, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης καταλήγουν ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δημιουργούν εύλογες υπόνοιες για ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη.
Στην ίδια κατάληξη αναφέρεται ότι, «Το πολιτικό αξίωμα του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Αναστασιάδη ενδέχεται να έχει οδηγήσει σε εσφαλμένη δημόσια απαλλαγή από ευθύνη και στην αποφυγή ανάληψης κατάλληλων ενεργειών από τις αρμόδιες Αρχές».
Παράλληλα, για την τέως προϊσταμένη της ΜΟΚΑΣ Εύα Ρωσσίδου Παπακυριακού η Αρχή καταγράφει εύλογες υπόνοιες για ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας, ενώ σε ξεχωριστή κατάληξη αναφέρεται και ενδεχόμενη παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος.
Τι εξετάζει η Αρχή
Σημειώνουμε ότι η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς διευκρινίζει ότι η έρευνά της δεν διεξήχθη με το ποινικό κριτήριο της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά στη βάση του «ισοζυγίου των πιθανοτήτων», όπως προβλέπει η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της.
Παράλληλα, τονίζει ότι οι διαπιστώσεις των Λειτουργών Επιθεώρησης δεν συνιστούν ποινική καταδίκη ή διαπίστωση ενοχής οποιουδήποτε προσώπου. Η τελική αξιολόγηση των ευρημάτων και τυχόν ποινικών ευθυνών ανήκει στις αρμόδιες διωκτικές και δικαστικές αρχές.